"Χιούμορ: αστείο ή σοβαρή υπόθεση;"



      Χιούμορ, humour, umorismo ή Humor, σε  όποια γλώσσα αλλά και σε όποιον πολιτισμό κι αν το συναντήσει κανείς, το χιούμορ αναφέρεται ως επί το πλείστον σε έναν συνδυασμό λέξεων - ενίοτε ασύμβατο -, που καταλήγει να είναι αστείος και να προκαλεί γέλιο.

    Πρόσφατα, στα πλαίσια ενός μαθήματος, όπου κληθήκαμε να συντάξουμε μία εργασία στη γενικότερη θεματική της έννοιας "χιούμορ", κατέληξα να σκέφτομαι τη σχέση του σημερινού ανθρώπου με το χιούμορ και τη στάση του απέναντι, τόσο σε αυτό, όσο και σε ορισμένα πρόσωπα μέσα από τα οποία εκφράζεται. Έτσι, διαβάζοντας τον Morreall "να κάνει λόγο για πολιτισμική μεταστροφή, από αρνητική, σε θετική αξιολόγηση του χιούμορ, κατά τους τρεις τελευταίους αιώνες", δεν μπορούσα παρά να σκεφτώ ένα σωρό παραδείγματα από την καθημερινή - και όχι μόνο - ζωή, όπου αυτή η "μεταστροφή" είναι κάθε άλλο παρά ορατή.

      Αναφέρομαι, φυσικά, στην τάση - αν όχι πλέον, συνήθεια - να μην παίρνουμε στα σοβαρά, αλλά και να μην υπολογίζουμε ως σοβαρούς, τους ανθρώπους που συνηθίζουν να αστειεύονται και να μετέρχονται του χιούμορ, ίσως πιο συχνά απ'όσο θα αντέχαμε και θα μπορούσαμε να διαχειριστούμε. Παρατηρούμε, δηλαδή, να υπάρχει μία αντίθεση, κατά την οποία αφ'ενός, θεωρούμε προτέρημα και χαριτωμένο χαρακτηριστικό να διαθέτει κανείς αίσθηση του χιούμορ, ώστε να αντιλαμβάνεται το αστείο αλλά και να είναι σε θέση να αστειευτεί ο ίδιος, ενώ αφ'ετέρου, χαρακτηρίζουμε ως μη σοβαρούς - στην καλύτερη περίπτωση - τους ανθρώπους οι οποίοι χρησιμοποιούν το χιούμορ σε όλες, σχεδόν τις εκφάνσεις της ζωής τους.

    Τι εννοούμε, όμως, με το χαρακτηρισμό "σοβαρός"; Κάποιον που ανεξάρτητα από τις καταστάσεις, τις συνθήκες και το πλαίσιο, ενδιαφέρεται μόνο να μιλά σε "σιδερωμένο" τόνο, φοβούμενος μη τυχόν και "πληγώσει" τη βαρύτητα των όσων λέει και στα οποία αναφέρεται, αστειευόμενος; Ή μήπως κάποιον που αδυνατεί να δει και να δεχτεί το αστείο σε μία συζήτηση, προκαλώντας, ίσως, αμηχανία με τη στάση του; Άραγε θα μας άρεσε η συναναστροφή με έναν τέτοιον άνθρωπο;

  Φαίνεται πως, προβαίνοντας σε χαρακτηρισμούς όπως "ανώριμος", "αναξιόπιστος", "χαζοχαρούμενος" και λοιπά, όταν αναφερόμαστε σε "χιουμορίστες", ξεχνάμε κάποιες βασικές προϋποθέσεις του χιούμορ - απαραίτητες τόσο στον πομπό, όσο και στον δέκτη του αστείου -, οι οποίες είναι η ευφυΐα και η γνώση.

      Ευφυΐα, για να μπορεί κανείς να επινοεί και να συνθέτει αυτά τα φαινομενικά "αταίριαστα", παράδοξα σύνολα λέξεων, που αποτελούν το αστείο και προκαλούν γέλιο, αλλά και γνώση, ώστε να είναι σε θέση να κάνει ασυνήθιστους ενίοτε συσχετισμούς εννοιών και καταστάσεων μεταξύ τους, τόσο ως παραγωγός, όσο και ως ακροατής του χιούμορ.

        Καταλαβαίνουμε, λοιπόν, πως για να αστειεύεται κανείς (μιλώντας πάντα για την έννοια του υγιούς χιούμορ) χρειάζεται να κατέχει αυτές τις "αρετές", ενώ, ανατρέχοντας ξανά στον Morreall, βλέπουμε πως, πέρα από τις προϋποθέσεις του, το χιούμορ "καθιστά τους ανθρώπους πιο ανοιχτόμυαλους και καλλιεργεί τη δημιουργικότητά τους", αλλά και "ευνοεί την κριτική στάση και σκέψη απέναντι στα πράγματα.

          Με λίγα λόγια, ένας άνθρωπος με χιούμορ, παρά το γεγονός ότι αυτό μπορεί να μην είναι από όλους αποδεκτό, είναι ιδιαίτερα αξιόλογος, ενώ θα μπορούσαμε, ίσως να πούμε, ότι έχει και πολύ περισσότερο βάθος κι ενδιαφέρον, ως χαρακτήρας, από κάποιον περισσότερο σοβαροφανή, παρά σοβαρό.