Παρασκευάς Θεοδωράκης - "Η διαδικασία της δημιουργίας είναι ένα ταξίδι"


Όταν τον πρωτοάκουσα, μου θύμισε κάτι ανάμεσα σε Μίλτο και Σωκράτη. Σε έναν άλλο φίλο θύμισε Αλκίνοο. Σίγουρα όμως ακούσαμε έναν άνθρωπο με ταλέντο, και με πολύ ενδιαφέρουσα φωνή. Ο λόγος για τον Παρασκευά Θεοδωράκη, τον οποίο σας προτείνω ανεπιφύλακτα να τον ακούσετε, ακούγωντας το δίσκο του, και πηγαίνοντας οπωσδήποτε σε κάποιο live του. Αλλά πρώτα, ας τον γνωρίσουμε μέσα από μια συνέντευξη.


Καταρχάς, πόσο καιρό ασχολείσαι επαγγελματικά με τη μουσική; 
Ασχολούμαι επαγγελματικά από το ’99, 20 χρόνια δηλαδή. Σκληρό, ε; (γέλια) Ο πρώτος μας δίσκος κυκλοφόρησε το ’14, με το Δημήτρη Χατζηδημητρίου, που είχαμε τους On The Road, το οποίο ήταν ένα live project, το κάναμε στη Θεσσαλονίκη. Από κει και πέρα δεν είχα σκεφτεί να κάνω δισκογραφία μόνος μου, ήμασταν σα συγκρότημα, οπότε συζητούσαμε σα συγκρότημα. Πέρσι, το καλοκαίρι του ’18, ένας φίλος μου είπε «αφού έχεις τόσα κομμάτια, γιατί δεν κάνεις ένα δίσκο;» Δεν ήθελα είναι η αλήθεια, αλλά πήγε καλά. Εκεί που δεν το περίμενα, πήγε καλά.

Ποιες είναι οι μουσικές σου επιρροές; 
Εγώ μεγάλωσα με ξένη μουσική στο σπίτι, ο πατέρας μου άκουγε πάρα πολύ jazz μουσική. Ξεκίνησα να ακούω τη μουσική σκηνή του Seattle, garage grunge  πιο πολύ, πάρα πολλά συγκροτήματα. Εννοείται κολλημένοι από πιτσιρικάδες με Offspring, Nirvana, Green Day, τα κλασσικά. Στη συνέχεια ανακάλυψα την αμερικάνικη stoner country folk, ένα είδος μουσικής που μου άρεσε πάρα πολύ, κι ήθελα κάποια στιγμή να το βάλω αυτό και μέσα στα τραγούδια μου, αλλά δεν ήξερα κι ακόμα δεν ξέρω πώς να το συνδυάσω.

Γιατί γράφεις; 
Γράφω για να γεμίσω κάποια κενά μέσα μου. Να είμαι εγώ καλά μέσα μου, και να το βγάζω αυτό προς τον κόσμο, να μοιράζομαι κάποιες ιδέες που έχω. Για να χαροποιήσω την ψυχή μου. 

Και πώς είναι για σένα η διαδικασία της δημιουργίας; Πώς το νιώθεις; 
Είναι πραγματικά ένα ταξίδι, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Δηλαδή για να πάρω κάποιες ιδέες θα ταξιδέψω αρκετά, στην Ελλάδα συνήθως, ή από συναντήσεις που θα κάνω με καινούριους ανθρώπους, γνωριμίες, από καινούρια βιβλία. Κι αυτό το τελευταίο έχει μεγάλη σημασία να το γνωρίζει η νέα γενιά, γιατί συνήθως όλοι μου λένε «θέλω να ξεκινήσω να γράφω τραγούδια» και «πώς το κάνω, τι να κάνω;» Θέλει πολύ διάβασμα. Διάβασμα, ταξίδι, ηρεμία στο μυαλό, να βλέπεις τριγύρω σου τι γίνεται, και αυτά να τα αποτυπώνεις μέσα στα τραγούδια σου.

Μίλησε μας για τα «Λευκά Πανιά», τον προσωπικό σου δίσκο. 
Κάποια τραγούδια γράφτηκαν την ίδια περίοδο, και κάποια άλλα είχαν γραφτεί πολύ παλιότερα. Συγκεκριμένα ο «Λύκος», το τραγούδι που το θεωρώ και κάτι σαν αυτοβιογραφικό τραγούδι, το είχα γράψει το ‘96-’97. Τότε ήμουν Β’ Γυμνασίου. Η μουσική ήταν εντελώς διαφορετική, καμία σχέση με σήμερα. Οι στίχοι επίσης είχαν μια αθωότητα, μια παιδικότητα, και τους διόρθωσα το ΄17 νομίζω, όταν βρήκα το κομμάτι μέσα στα παλιά τεφτέρια που κρατάμε. Έκανα κάποιες διορθώσεις στο στίχο και βγήκε αυτό το αποτέλεσμα. Τα «Λευκά Πανιά» για μένα συμβολίζουν το προσωπικό μου ταξίδι, έτσι όπως βλέπω τον κόσμο, την καθημερινότητα. Έχει διάφορα συναισθήματα μέσα, θα το ακούσεις κι από τα τραγούδια, είναι διαφορετικά στυλ, και το κάθε τραγούδι δεν είναι συνέχεια του προηγούμενου. Είναι απλά κάποια τραγούδια που εγώ θεώρησα ότι φτιάχνουν εμένα. Το έκανα για μένα, για να γεμίσω όπως σου είπα πριν την ψυχή μου.

Άρα, αν έχεις ξεχωρίσει κάποιο τραγούδι από το δίσκο, αυτό είναι ο «Λύκος»; 
Ναι, κι ο «Σταύρος», το οποίο το ‘χω γράψει για ένα πολύ αγαπημένο μου φίλο, το Σταύρο. Το «Βάστα καρδιά» είναι το τελευταίο τραγούδι του δίσκου. Είναι ένα κρητικό τραγούδι, η πρώτη μου μαντινάδα, το οποίο το έγραψα με δύο κλασσικές κιθάρες. Δεν ήθελα να μπω στη διαδικασία να βάλω μέσα τη λύρα και το λαούτο. Δεν ξέρω γιατί μου βγήκε έτσι, αλλά θεώρησα ότι θα ταιριάζει σαν το κλείσιμο σε ένα ωραίο ταξίδι που έχω κάνει μέχρι στιγμής.


Πέρα από τα προσωπικά σου, πώς βλέπεις τα πράγματα στη μουσική σκηνή σήμερα; 
Είναι πάρα πολύ δύσκολα. Υπάρχουν τόσοι καλλιτέχνες. Όλοι γράφουν, όλοι μπορούμε να γράψουμε. Το θέμα είναι τι κάνουμε για να μείνει κάτι. Δεν είναι ανάγκη δηλαδή να γράφεις κάθε βδομάδα 100 τραγούδια, εκτός κι αν αυτό σου βγαίνει από μέσα σου τόσο εύκολα, και μακάρι  όποιος το κάνει δηλαδή αυτό,  να μοιράζεται με τον κόσμο τις ιδέες του. Αλλά είναι προτιμότερο να γράφεις τραγούδια που να έχουν να πουν κάτι, να έχει ένα νόημα όλο αυτό. Να μπορέσει ένα τραγούδι να σε φτιάξει, να σε χαλάσει, να γουστάρεις…

Να νιώσεις. 
Να νιώσεις πράγματα. Είναι πολύ πιο σπουδαίο από το να γράψεις 100 τραγούδια, κι όλα να μιλάνε για το τραπέζι, για το τασάκι. Φτάνει, έλεος. Απλά βλέπω παιδιά που προσπαθούνε πάρα πολύ, δεν ξέρω τώρα αν το κάνουν για βιοποριστικούς λόγους, δεν ξέρω τι να σου πω. Η ελληνική μουσική έχει να προσφέρει πάρα πολλά, τόσα παιδιά με τόσες ιδέες, κι από τη ροκ τη σκηνή, κι από το λαϊκό ακόμα. Έχουμε τέτοιους ανθρώπους στην Ελλάδα, που προσπαθούν να κάνουν μια συνέχεια. Δεν ξέρω τι πάει στραβά. Ίσως είναι τώρα κι η αλλαγή των γενεών, με τις καινούριες μουσικές, τα πιο electro, το hip-hop, το trap, όλα αυτά. Πάντως πιστεύω ότι θέλει πάρα πολύ δυνατό στομάχι, και πάρα πολύ δουλειά και προσπάθεια για να μπορέσεις να καταφέρεις να κάνεις κάτι.

Από αυτούς τους νέους καλλιτέχνες, ποιους έχεις ξεχωρίσει; 
Η αλήθεια είναι ότι κάποιους δεν τους ξέρω, κάποιους τους ξέρω. Μου αρέσει πολύ η Μαρία Παπαγεωργίου (εμένα να δεις), είναι και συμπατριώτισσα από τα Γρεβενά. Ο Βασίλης Ράλλης, που είναι πολύ  φίλος,  ένα παιδί το οποίο έχει προσπαθήσει αρκετά, κι αυτό φαίνεται . Κι όσοι πάνε να τον δούνε για πρώτη φορά, φαίνεται ότι έχει δουλέψει. Ο Αλέξανδρος Δάικος επίσης, με τον οποίο έχουμε συνεργαστεί πολλές φορές στο παρελθόν και τον γνώρισα από τη Θεσσαλονίκη, από τα live που παίζαμε. Η Δέσποινα Λεοντή, που την είδα πρώτη φορά στον Πειραιά σε ένα μαγαζί που παίζαμε, στον «ηλιόσπορο», η οποία μου έκανε εντύπωση, γιατί είναι ένα κορίτσι που το βλέπεις και λες «τι καλή κοπέλα». Και ξαφνικά ανεβαίνει στη σκηνή με μια κιθάρα και γίνεται ένας άλλος άνθρωπος. Βγάζει το επίθετό της, λιοντάρι. Ο Πάνος Παπαϊωάννου μου αρέσει πάρα πολύ, κι ο Χρυσόστομος Καραντωνίου που παίζουν μαζί. Κι από άλλα συγκροτήματα που δε μου έρχονται στο μυαλό, τώρα σου είπα τους βασικούς που πάω και βλέπω τα live τους και ξέρω ότι κάνουν καλή δουλειά και καλή προσπάθεια στο ελληνικό τραγούδι.

Και με ποιους καλλιτέχνες θα ήθελες να συνεργαστείς; 
Η αλήθεια είναι πως οι περισσότεροι με τους οποίους θα ήθελα να συνεργαστώ δεν είναι εν ζωή. Από τους ζώντες, είχα πάρα πολύ δυνατές ευκαιρίες, κι έχω καταφέρει να συνεργαστώ με αυτούς που αγαπούσα πάρα πολύ. Ένας που θα ήθελα να τραγουδήσω μαζί του θα ήταν ο Ορφέας Περίδης, ο οποίος με έχει εντυπωσιάσει. Κάθε χρόνο πάω και τον βλέπω στα live και λέω «ρε γαμώτο αυτός ο άνθρωπος κάποια στιγμή δε θα αλλάξει κάτι, να πει ότι κουράστηκε»; Κάθε φορά που τον βλέπω είναι ακόμα πιο ζωντανός. Μου βγάζει αυτή τη ζωντάνια, μου βγάζει η φωνή του ένα βελούδο, μου χτυπάει το νευρικό σύστημα και με κάνει να νιώθω πολύ χαρούμενος άνθρωπος. Με γεμίζει, σα να βλέπω μια θεατρική παράσταση. Γεμίζω, και βγαίνω έξω μετά και σκέφτομαι «το ‘κανα σωστά αυτό;» Ούτως ή άλλως, κι η ουσία ενός προγράμματος, είτε θέατρο είτε μουσική, είναι αυτή, να βγεις δηλαδή έξω μετά την παράσταση και να σε κάνει να σκεφτείς. Να σε βάλει σε μια δημιουργική φάση. Με τη Ματούλα Ζαμάνη θα ήθελα να συνεργαστώ . Μου βγάζει κι αυτή μια δυναμικότητα πάνω στη σκηνή. Τα τραγούδια της μου αρέσουν πολύ, τα λέει και στα ίσια. Θα ήθελα να συνεργαστώ με αυτά τα παιδιά. Α, και με τη Σαββέρια Μαριολά. Ενώ τη βλέπεις έτσι χαριτωμένη, ξαφνικά ανοίγει το στόμα, βγάζει μια φωνάρα. Με το Μίλτο Πασχαλίδη επίσης.

Τι ετοιμάζεις αυτό τον καιρό; 
Το καλοκαίρι που μας πέρασε έκατσα κι έγραψα αρκετά τραγούδια, τα οποία σκέφτηκα να τα κάνω δίσκο, αλλά δε νομίζω να τα κάνω. Θα βγάζω μάλλον ένα τραγούδι το μήνα, κάπως έτσι. Δεν ξέρω ακόμα πώς θα γίνει, δεν το έχω σκεφτεί, αλλά θεωρώ ότι πλέον, για να κάνεις ένα δίσκο, καταρχάς χρειάζεσαι αρκετά τα λεφτά. Κατά δεύτερον, δεν υπάρχουν στην εποχή μας να σε στηρίξουν εταιρείες παραγωγής και δισκογραφικές, να σου προσφέρουν το οικονομικό στοιχείο. Οπότε δεν ξέρω κι εγώ ακριβώς πώς θα γίνει, αλλά σκέφτομαι να τα φτιάξω σιγά σιγά, ένα-ένα τραγούδι. Νομίζω πως, στην εποχή που ζούμε, είναι πιο δημιουργικό να κάνεις ένα τραγούδι, και να βλέπεις την αντίδραση του κόσμου.  Η αλήθεια είναι ότι πάντα υπήρχε αυτό, σε ένα δίσκο δε θα σου αρέσανε όλα τα κομμάτια. Μέσα από το δίσκο αξίζαν 2-3, ή ακόμα και ένα. Απλά έβγαζες δίσκο γιατί έπρεπε.

Ευχαριστώ πολύ.

Τον Παρασκευά μπορείτε να τον βρείτε σε Facebook και Youtube.