"Για την ψυχή..."



Πολλές φορές μπορεί να έχουμε υπάρξει εμπλεκόμενοι σε μια συζήτηση ή σε έναν εσωτερικό, πιθανότατα, διάλογο περί ψυχής· απ’ αυτούς που κάνουμε εκείνες τις πρώτες πρωινές ώρες, κοιτώντας το ταβάνι ή το υπερπέραν, έχοντας ακόμα τη γεύση μιας ημέρας νωχελικής, μιας αφορμής που μας έβαλε σε σκέψεις… ένα διάλογο αποτελούμενο από αντικρουόμενες, αλληλοαναιρούμενες στιχομυθίες, γύρω από το αιώνιο ερώτημα «υπάρχει άραγε ψυχή; κι αν υπάρχει, τι είναι τέλος πάντων;», «από τι αποτελείται και τι την κάνει να ξεχωρίζει από όλα τα άλλα χαρακτηριστικά ενός οργανισμού;».

"Ο όρος «ψυχή» υποδηλώνει, κατά την φιλοσοφία, την άυλη υπόσταση κάθε έμβιου όντος. Ειδικότερα, σύμφωνα με την ψυχολογία, ψυχή είναι το σύνολο των ψυχοπνευματικών λειτουργιών του ανθρώπου σε αντιδιαστολή προς τις βιολογικές του λειτουργίες. Από θρησκευτικής σκοπιάς «ψυχή» καλείται η άυλη πνευματική φύση του ανθρώπου που μετέχει στην θεϊκή ουσία και θεωρείται αθάνατη. Ετυμολογικά η λέξη «ψυχή» προέρχεται από το ρήμα «ψύχω» που σημαίνει πνέω, φυσώ. Την λέξη «ψυχή» χρησιμοποίησαν οι Εβδομήκοντα κατά την μετάφραση της Παλαιάς διαθήκης σαν απόδοση του εβραϊκού όρου népheš που σημαίνει «ανάσα», «πνοή» "

(Γ. Μπαμπινιώτης, Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, λήμμα «Ψυχή», Κέντρο Λεξικολογίας, Αθήνα 1998).



Πολύπλοκο, λοιπόν, και επιδεχόμενο πολλών ερμηνειών και μελετών το αντικείμενο - αν θα μπορούσε κανείς να το χαρακτηρίσει ως τέτοιο - της ψυχής. Δεν είναι, άλλωστε τυχαίο που αποτελεί διαχρονικό θέμα των φιλοσόφων, των επιστημόνων αλλά και της ουσίας των θρησκειών. 



"Το Περί Ψυχής ερώτημα, προέρχεται στην ουσία, από το Περί Ζωής ερώτημα. Τι είναι η ζωή; Από πού πηγάζει; Τι είναι θάνατος; Τι σημαίνει ’’ζούμε’’, Τι είναι η Φύση; Γιατί μπορούμε να συμπεριφερόμαστε; κλπ, είναι ερωτήματα που οδηγούν στην υπόθεση μιας πηγής ζωής."

(Γιώργος Μαμώλης, www.filosofia.gr) 



Δύο βασικές θεωρίες περί ψυχής, αλλά και της σχέσης αυτής με το σώμα, είναι ο δυϊσμός, σύμφωνα με τον οποίο, ψυχή και σώμα αποτελούν διαφορετικές, ανεξάρτητες οντότητες, και ο - ακριβώς αντίθετος - μονισμός, που υποστηρίζει ότι υπάρχει μόνο ένα είδος ουσίας, η οποία μπορεί να είναι είτε υλική, είτε ψυχική, ή συνδυασμός των δύο.

Αυτές οι θεωρίες, λοιπόν, παίρνουν ως δεδομένη την ύπαρξη της ψυχής και την εξετάζουν απλά σε συνάρτηση με το σώμα, ενώ στη σύγχρονη εποχή, συχνά τη θυσιάζουμε στο βωμό της λογικής και καταλήγουμε να αμφισβητούμε την ύπαρξή της, «κλείνοντας» τα μάτια μπροστά σε ό,τι δεν μπορούμε να δούμε.

Αρκεί, ωστόσο, να ανατρέξουμε στα λεγόμενα και στα γραμμένα των μεγάλων φιλοσόφων και των θεωρητικών επιστημόνων, όπως αυτών της ψυχολογίας, για να σχηματίσουμε τα δικά μας συμπεράσματα και να υιοθετήσουμε ο καθένας τις δικές του απόψεις περί ψυχής.


Ξεκινώντας από τον προκάτοχο όλων, Πλάτωνα, συναντάμε την αντίληψη πως η ψυχή προέρχεται από τον κόσμο των ιδεών και της αλήθειας και εισέρχεται στον αισθητό (κόσμο) μέσω του σώματος και του ανθρώπου, από το οποίο κι επιδιώκει να ξεφύγει, με μόνη κι έσχατη λύση το θάνατο, που αποτελεί ουσιαστικά, το διαχωρισμό δύο πραγμάτων: σώματος – το οποίο πεθαίνει και φθείρεται – και ψυχής – η οποία είναι αθάνατη, ασώματη, αυτόνομη και ριζικά διαφορετική από το σώμα. Η τοποθέτηση της ψυχής στον κόσμο των ιδεών, θέτει ως βάση στη θεωρία του Πλάτωνα την προΰπαρξή της από το σώμα. Το γεγονός πως η ψυχή, προερχόμενη από τον κόσμο της αλήθειας, έχει γνωρίσει τις «ιδέες» και το «θείον», είναι κι αυτό που την κάνει να επιθυμεί την απελευθέρωσή της από το σώμα.

Στο έργο του «Φαίδρος», ο Πλάτωνας αναφέρεται στην κίνηση, η οποία αποτελεί βασικό συστατικό της ψυχής και παράγεται από αυτή απ’ τη στιγμή που η δεύτερη εγκλωβίζεται στο σώμα. Η παύση αυτής της κίνησης, όταν επέρχεται, σηματοδοτεί και το τέλος της ενέργειας της ψυχής, δηλαδή το θάνατο.

Βασικό στοιχείο, επίσης, της θεωρίας περί ψυχής του Πλάτωνα, είναι η πεποίθηση πως μόνο ο άνθρωπος, έναντι των άλλων έμβιων όντων κι οργανισμών, διαθέτει ψυχή.

Τον αντίλογο σε αυτή του τη διατύπωση θα υποστηρίξει αργότερα, ο μαθητής του, Αριστοτέλης, που διαφοροποιήθηκε αρκετά από το δάσκαλό του στη φιλοσοφική πορεία του. Κατά την «περί ψυχής» φιλοσοφική θεωρία του Αριστοτέλη, όλοι οι ζώντες οργανισμοί διαθέτουν ψυχή ή έστω κάποια από τις ιδιότητές της, όμως ο άνθρωπος μόνο, έχει την ανώτερη μορφή ψυχής· αυτή που εμπεριέχει τη μορφή του «διανοείσθαι» και την ύπαρξη του νου.

Ο Σταγειρίτης φιλόσοφος, ορίζει την ψυχή ως μία «εν τω σώματι ενοικούσα αρχή», μία δύναμη που δίνει ζωή και κινεί το σώμα.



«Είναι το τελικόν αίτιον του σώματος, η μορφή, το είδος, η ουσία του σώματος.»

 (Γρηγ. Φιλ. Κωσταράς, Φιλοσοφική Προπαιδεία, σελ 145-146, έκδοση έκτη, Αθήνα 2000)



«Η ύπαρξη, αποτελεί μια αδιάσπαστη ενότητα που το σώμα συμπληρώνει την ψυχή και αντίθετα. Δηλαδή, η ψυχή και το σώμα, αποτελούν δύο διαφορετικούς τρόπους έκφρασης της ανθρώπινης ύπαρξης.»

(Θεοδόσιος Πελεγρίνης, Λεξικό της Φιλοσοφίας, λήμμα «Ψυχή», Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2004).



Χαρακτηριστική για τη θεωρία του Αριστοτέλη, είναι η χρήση του όρου «ενδελέχεια», για την ψυχή, που σημαίνει την πλήρωση και την τελειοποίηση.


Στο 17ο αιώνα, οι νοησιαρχικοί φιλόσοφοι (Descartes, Leidniz, Herbart και Lotze), υποστήριξαν σχετικά με την ουσία της ψυχής, πως η δεύτερη είναι ένα αυτοτελές ον, ουσιώδης ενέργεια του οποίου είναι το «παριστάναι» και το «νοείν», από όπου προέρχεται το συναίσθημα και η βούληση.

Ενώ οι βουλησιαρχικοί (Schopenhauer, Wundt, Hume, Paulsen), το 19ο, βλέπουν τη βούληση ως θεμελιώδη ικανότητα της ψυχής και την ίδια την ψυχή, ως το σύνολο των ψυχικών φαινομένων (ενεργοκρατία).


Και κάπως έτσι, ερχόμαστε στην πιο σύγχρονη επιστημονική θεώρηση (που θέλει την ψυχή ως ένα σύνολο βιωμάτων, συναισθημάτων και ορμών), στη μελέτη της ψυχής και στην κατανόησή της μέσω της ψυχανάλυσης· και ποιος άλλος θα μπορούσε να μας «διδάξει» σε αυτό τον τομέα, από τον «πατέρα της ψυχανάλυσης», Sigmund Freud!

Ο Freud, διακρίνει την ψυχή στο εγώ (ego), το υπερεγώ (superego) και το αυτό (id). Το «εγώ», συνδέεται με το συνειδητό μέρος της ψυχής, με τη λογική και την αντίληψη, αναπτύσσεται από την αλληλεπίδραση με τους άλλους ανθρώπους και τα ερεθίσματα από τον έξω κόσμο και προσπαθεί να είναι ηθικό και να ελέγχει τις ενστικτώδεις αντιδράσεις.



«Το Εγώ καταφέρνει να ελέγξει την εκούσια κίνηση, λόγω του νευρικού συνδέσμου, που βρίσκεται ανάμεσα στην κινητική δραστηριότητα και την αισθητηριακή αντίληψη. Ο Freud, αναφέρει χαρακτηριστικά: «Το Εγώ είναι πρωταρχικά και κατά βάση ένα σωματικό Εγώ».

(Σ. Καραλή, www.postmodern.gr)



Το «υπερεγώ», είναι «ηθικό και στυγνό», είναι αντίθετο του «εγώ» και προσπαθεί να το ελέγξει. Στα πρώτα στάδια της ψυχικής ανάπτυξης, το «υπερεγώ» είναι ναρκισσιστικό, αλλά με την ένταξη στον πολιτισμό, απωθεί τις ενστικτώδεις παρορμήσεις, και συγκροτείται το «πολιτιστικό υπερεγώ». [1]

 Έχοντας αφομοιώσει τους κοινωνικούς κανόνες (νόμους – απαγορεύσεις), το «υπερεγώ», καταπιέζει, κατά κάποιο τρόπο το «εγώ».


Τέλος, το «αυτό», είναι ηθικά ουδέτερο και συνδέεται με το ασυνείδητο, ενώ δεν έχει καμία σχέση με τη λογική.



«Όπως επισημαίνει ο Freud, το Αυτό είναι ένα  απρόσιτο κομμάτι της προσωπικότητας μας για το οποίο γνωρίζουμε ελάχιστα.»

(Σ. Καραλή, www.postmodern.gr)



Το «αυτό», αποτελείται από τις ορμές και τα πάθη, που δεν ελέγχονται από τον άνθρωπο, κι απ΄αυτό «εκδηλώνονται τα ανθρώπινα απωθημένα, συγκρούονται ο έρωτας και ο θάνατος».

(Σ. Καραλή, www.postmodern.gr)



Η σύνδεση του «αυτό» με τις ενορμήσεις του έρωτα και του θανάτου, θυμίζει το στίχο από τον «Κρητικό» του Σολωμού, «Μόλις είν’ έτσι δυνατός ο Έρωτας και ο Χάρος…», ο οποίος παρουσιάζει πιστά την αδυναμία του ανθρώπου μπροστά στα αντικρουόμενα αυτά ένστικτα (του έρωτα και του θανάτου) που αντιτίθενται στο ένστικτο της αυτοσυντήρησης.  


Και κάπως έτσι, συμπυκνώνεται ένα μεγάλο κομμάτι της θεωρητικής μελέτης περί ψυχής, κατά τη διερεύνηση της οποίας, έχουμε τη δυνατότητα να σχηματίσουμε τα δικά μας συμπεράσματα και τις δικές μας πεποιθήσεις, βασιζόμενοι πάντα, στα πορίσματα των μεγάλων θεωρητκών